Waves

Waves

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

το μωβ σύννεφο (παστέλ και λάδια)


Χιονίζει δίπλα μας, ίσως και μέσα μας, και μόνο στα καμπαναριά δεν φαίνεται να χιονίζει,
ούτε και στις ψηλές στέγες άλλωστε...
Η Πρωτοχρονιά ωστόσο δεν μπορεί να περιμένει, ούτε κι’ εμείς μπορούμε να την αναβάλουμε προσδοκώντας τις άσπρες μέρες...
Ας αποχαιρετήσουμε το σωτήριο (...κατ’ ευφημισμόν...) 2010 και ας υποδεχτούμε το 2011, ευχόμενοι εις εαυτούς - και αλλήλους:

Υγεία και δύναμη στη ψυχή και στο σώμα -
οξύτητα και διαύγεια πνεύματος!

Είθε ο ουρανός να παραμείνει στη θέση του:
σε ικανή απόσταση πάνω απ’ τα κεφάλια μας!

…και με φειδώ η κατανάλωση στο γιορτινό τραπέζι, γιατί εκτός από τις - γνωστές - άμεσες παρενέργειες, υπάρχουν και οι έμμεσες:


Bertolt Brecht από το θεατρικό έργο «Η απόφαση» σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη

Το τραγούδι του έμπορα

Ρύζι έχει κεί κάτω κοντά στο ποτάμι.
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι.
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ' ακριβήνει το ρύζι γι αυτούς εκεί πάνω.
Οι μαούνες του ρυζιού θα 'χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα 'ναι για μένα.
Τι είναι στ' αλήθεια το ρύζι;
Που να ξέρω το ρύζι τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα.
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν' αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μήν το πουλήσουμε.
Σαν θα 'ρθει το κρύο, θ' ακριβήνουν τα ρούχα.
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα.
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι.
Τι είναι στ' αλήθεια το μπαμπάκι;
Που να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι.
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει.
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους.
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ, αλλά
οι φαγάδες όλο και τ' ακριβαίνουν.
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι.
Τι είναι στ' αλήθεια ο άνθρωπος;
Που να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι.
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

στο μάτι του κυκλώνα (παστέλ λαδιού 45x35)


Παραμονές Χριστουγέννων...
Και τώρα...
Θα πρέπει ν’ ανταλλάξουμε ευχές...
Λοιπόν...
Σε ένα σκηνικό επιθετικού ρεαλισμού
Ζητούνται ευχές ρομαντικές...
Σε ένα σύμπαν χυδαίου κυνισμού
Ζητούνται ευχές αβρές και μειλίχιες...
Σε ένα πολιτισμό ανθρωποθυσιών
Ζητούνται ευχές πανανθρώπινες....
Σε ένα κατακλυσμό δυσοίωνων προσμονών
Ζητούνται ευχές στεγανές κι’ ελπιδοφόρες...
Σε ένα τσουνάμι βαρβαρότητας
Ζητούνται ευχές ανθεκτικές...
Ευχές Ανθεκτικές..
Ανθεκτικές.

[[ Τα λαμπιόνια θα ανάψουν. Οι βιτρίνες θα στολιστούν. Αλλά τούτη τη φορά το έξω φως δεν υπάρχει χαραμάδα να μπει για να ξεγελάσει το μέσα μας. Όχι, φέτος δεν μπορούν να μας ξεγελάσουν. Γιατί φέτος τα Χριστούγεννα είναι τα «πιο αληθινά» της ζωής μας!
Κουβαλάνε το μήνυμα της «ανα-γέννησης» που μας στερούν,
που μας αξίζει,
που δε θα τους τη χαρίσουμε.
Θα τα γιορτάσουμε τα φετινά Χριστούγεννα.
Με την κατάνυξη και την ελπίδα που κυοφορεί ο στίχος του ποιητή:
«Αγιο μίσος / δόσμου το χέρι σου»! ]]

Το απόσπασμα στις αγκύλες είναι από κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου, δημοσιευμένο στη στήλη Ημεροδρόμος της εφημερίδας Ριζοσπάστης, 9/12/2010. Ο ποιητής στον οποίο αναφέρεται, είναι ο Τάσος Λειβαδίτης και ο στίχος είναι από το ποίημα «Μάχη στην άκρη της νύχτας».

Υ.Γ.
Οφείλω στον Νίκο Καββαδία μία – τουλάχιστον – αναφορά, γιατί δικούς του στίχους είχα στο νου μου όταν ζωγράφιζα αυτόν τον πίνακα:

μουσική & ερμηνεία Θάνος Μικρούτσικος
video από apalf451


Οφείλω σε όλους εσάς ένα εγκάρδιο «Καλά Χριστούγεννα»

Οφείλω στο Τάσο Λειβαδίτη ένα κλείσιμο με μερικούς ακόμα στίχους (αποσπασματικά) από τη «Μάχη στην άκρη της νύχτας»:

O κόσμος είναι για την ευτυχία.
........................................................
Τα πόδια τους σπασμένα
στριμένα τα χέρια τους
μα θέλουνε να φτάσουν
σέρνονται
το κορμί διπλώνεται
και ξεδιπλώνει 
σαν μια παλάμη που πότε ζητιανεύει
και πότε σφίγγει σε γροθιά.

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

η προπαγάνδα (παστέλ λαδιού)


Από τη συλλογή του Κώστα Βάρναλη
"λεύθερος Κόσμος "

Πρόλογος
Γράφε, στορία, τά ψέματά σου ράδα
καί βλόγα τό Φονιά, βρίζε τό Θύμα!
Κι ρετή, τν δρομάκων σουσουράδα,
τόν κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

Καί σύ, Νόμε, τν νομων σπίδα,
σάν τή μαϊμού πό κλνο σ’ λλον πήδα
κι π’ τήν κορφή μέ τήν ορά κρεμάσου,
νά μή γλέπει Λαός τά πισινά σου.

Λεφτεριά τς χανάκας καί το ξύλου,
σφιχτόδενε τ’ ξύπνητο χαϊβάνι.
Καί σύ, ρηγάτο το Κενο, τ’ ψήλου
κάμνε τό σκλάβο ρήγα, μα πεθάνει!

Καί σύ, τσούλα τν δήμιων, πιστήμη,
τς λήθειας σχάτη τεφροδόχα,
καί σύ, πρόστυχη Πένα καί ψοφίμι,
το βούρκου λιβανίζετε τήν μπόχα!

Καί σύ, Πατριώτη γνέ, τη μάσκα φόρα
Κι π’ τ’ δέρφια σου, ραδαριά μπροστά σου,
διάλεγε, Γιούδα πάντοτες καί τώρα,
γιά τόν ξένο Μολώχ τά θύματά σου.

θάνατη καί θεία καί πεμπτουσία
το βούρκου, χαρε ! χαρε Προδοσία!...
Φς τό χέρι, τό πόδι, προχωρε
στόν κάμπο κι ,τι θέλει τό μπορε!...

Κατάγυμνη χορέβει (λα της φόρα!)
στόν τάφο σου, Πατρίδα! Φαλλοφόρα
τουρλώνεται κι ορλιάζ’: «Εναι δικός μου
φτός βορκος το λευθέρου Κόσμου».

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

το βλέμμα (παστέλ ξηρά & λαδιού)

Καρούζο
Εδώ που η θάλασσα γυαλίζει
και δυνατά φυσάει ο άνεμος
Πάνω σε μιά παλιά βεράντα
Μπροστά στο κόλπο του Σορρέντο
Ένας άντρας αγκαλιάζει ένα κορίτσι
Αφού πριν είχε κλάψει
Μα καθαρίζει τη φωνή του
Και ξαναπιάνει το τραγούδι:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πια μια αλυσίδα
Που λιώνει το αίμα μες τις φλέβες
ξέρεις...


Τα φώτα κοίταξε στη θάλασσα
Σκέφτηκε της Αμερικής τις νύχτες
Μα ήταν μοναχά τα πυροφάνια
Και τ’ άσπρα απόνερα μιάς έλικας
Αισθάνθηκε της μουσικής τον πόνο
Από το πιάνο του σηκώθηκε
Μα όταν είδε το φεγγάρι
Να ξεπροβάλει από’ να σύννεφο
Του φάνηκ’ ως κι’ ο θάνατος γλυκύτερος
Κοίταξε μες τα μάτια το κορίτσι
Κείνα τα μάτια πράσινα σαν θάλασσα
Μα ξάφνου κύλησ' ένα δάκρυ
Κι’ εκείνος ένοιωσε να πνίγεται.

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πια μια αλυσίδα
Που το αίμα λιώνει μες τις φλέβες...ξέρεις...

Ω δύναμη της όπερας
Όπου το κάθε δράμα είναι ψέμα
Όπου το λίγο μακιγιάζ κι’ η ηθοποιία
Μπορούν να σε μεταμορφώνουν σ’ άλλον
Μα όταν σε κοιτάζουν δύο μάτια
Τόσο κοντά σου τόσο αληθινά
Σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια σου
Κάνουν να σου μπερδεύονται οι σκέψεις

Έτσι τα πάντα γίναν μία στάλα
Ως και οι νύχτες τότε στην Αμέρικα
Γυρνάς μεμιάς και βλέπεις τη ζωή σου
Όπως τ’ απόνερα π’ αφήνει μία έλικα
Μα ναι, είν η ζωή που τελειώνει
Μα εκείνος δεν σκεφτόνταν άλλο τώρα
Αντίθετα αισθανόταν ευτυχία
Κι’ άρχισε το τραγούδι του ξανά:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πιά μια αλυσίδα
Που το αίμα λιώνει μες τις φλέβες
ξέρεις...

στίχοι μουσική, Lucio Dalla
τραγούδι, Lucio Dalla - Luciano Pavarotti
video TheTelevideo
απόδοση στα Ελληνικά, nameliart

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

οι προπομποί (ελαιογραφία)


Ὁ Ἐξάγγελος τῶν «Περσῶν»

Σάν ἒφτασε ὁ Ἐξάγγελος στα Σοῦσα
Μέ καταξεσκισμένο ἀντερί
Γιά ν’ ἀναγγείλει τό χαμό τῆς Σαλαμίνας…
Καί πῆρε ἡ σύναξη νά βογγᾶ.
Καί πέτρωσαν ὁλοσούσουμοι οἱ γέροι
Κι’ ἡ Ἂτοσσα ἀπόμεινε μπρός στήν πύλη
Σάν ἂγαλμα χρυσό…
Τότε, ἀπόναν μακρινό ἀμμοσωρό
Ἓνας καταμόναχος σκύλος
-Σάν πανάρχαιος δυσοίωνος χρησμός-
Ἓνωσε τό κλάμα του,
Μέ τόν ψυχοδαρμό τῶν γέρων…
Καί συνταράχθηκαν συθέμελα οἱ Ναοί
Καί τά χρυσά παλάτια τῆς Περσίας.

Καί τότε ἡ μεγάλη βασίλισσα,
Δείχνοντας τ’ ὀδυρόμενο σκυλί
«Νά σταματήσει!» πρόσταξε.
«Νά σταματήσει νά διηγᾶται ὁ Εξάγγελος
Καί νά κοποῦν οἱ ὀδυρμοί
Καί τό θρηνολόι τῶν γερόντων».

Τότε ἡ σύναξη σά μαύρη κιονοστοιχία
Πέτρωσε στόν τόπο της.
Καί μέ βλέμμα ἑτοιμόσβηστο:
«Τί δηλοῖ;» ρώτησαν. «Μεγαλοδόξαστη βασίλισσα!
Τί δηλοῖ αὐτή ἡ σιωπή;»

Κι’ ἡ Βασίλισσα
- Μαδώντας τήν πλουσιόκομη κεφαλή της -
«Ἀλλοί!... εἲπε. Ἀλλοί. Ἐγώ –
Τό πικρό τό ἂγγελμα τό ἒλαβα.
Σάν σταματήσει τό κλάμα τοῦ σκυλιοῦ
Θ’ ἀρχίσει ὁ θρῆνος τῆς Περσίας!»

Μενέλαος Λουντέμης
από το «Κονσέρτο γιά δύο μυδράλλια κι’ ἓνα ἀηδόνι»

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

κυνηγητό (ελαιογραφία)


Πολλές φορές όταν διαβάζω Γιάννη Ρίτσο αναρωτιέμαι:
Για το τότε και το πριν μιλούσε - ή για τα μελλούμενα;
Ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο του «οι γειτονιές του κόσμου» (1949-1951)


Δε θέλαμε να πεθάνουμε. Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.
Δεν ήταν εύκολο – μην πεις – δεν ήταν εύκολο.
Μιά ώρα μονάχα – μια στιγμή μονάχα ακόμα,
μ’ ένα φιλί – μ’ ένα δέντρο – ένα φιλί,
ένα άσπρο σεντόνι που μυρίζει σαπούνι,
το γυμνό σώμα της αγάπης,
το μεσημέρι με τα τζιτζίκια του στα γυμνά πόδια της αγάπης,
η μυρουδιά του πεύκου στα μαλλιά της αγάπης,
το μικρό περιστέρι της βραδιάς στη φούχτα της αγάπης,
η μεγάλη κραυγή στην κάμαρα την ώρα της αγάπης
και το μικρό αχ στο κουρασμένο στόμα της αγάπης,
ο ζεστός ύπνος στην ιδρωμένη μασκάλη της αγάπης,
και τ’ αστέρια και τα λουλούδια νυχοπατώντας γύρω στο κρεββάτι της αγάπης –
Δεν ήταν εύκολο – μην πεις – δεν ήταν εύκολο. –
Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.


Αφιερωμένο στην αυριανή επέτειο.
Σ’ αυτούς που αγνά αγωνίστηκαν και αγνοί παρέμειναν – δεν το εξαργύρωσαν.
Σ’ αυτούς που πάντα είναι έτοιμοι να μαχηθούν για να διεκδικήσουν
«ψωμί – παιδεία – ελευθερία» - γιατί,
μετά από 37 χρόνια, αυτό το σύνθημα φαίνεται να επιστρέφει στην επικαιρότητα …

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

πέτρα στο βάλτο (ελαιογραφία)

Απόσπασμα από το «Χρονικό» του Γιάννη Ρίτσου (Σάμος1957)


Κανένας δεν έμεινε να σπείρει ή να θερίσει – τι να θερίσει; Έτσι τα πιότερα κορίτσια
μείναν ανύπαντρα. Το νησί γέμισε
γεροντοκόρες, ζωντοχήρες, ξεπεσμένες αρχόντισσες˙
την Κυριακή φοράνε τα καλά τους, περιμένουν
κανένανε ναυαγισμένο αμερικανό, συνταξιούχο λαντζέρη,
περιμένουν αυτές και τα παλιά νυχτικά τους με τις ωχρές κορδέλες,
περιμένουν και τα φορέματά τους που δε φορέθηκαν στην ώρα τους περιμένοντας
μια καλύτερην ώρα – ποια ώρα;
(η καλύτερη ώρα του κάθε τι είναι η ώρα του – δεν έχει κι άλλη)
κ’ έμειναν στα σεντούκια για την προίκα, μαράθηκαν,
έγιναν λίγο – λίγο περιττά κ’ ύστερα τραγικά μες στην ανένδοτη αναμονή τους
κ’ ύστερα έτσι γελοία με τους απαρχαιωμένους φιόγκους τους,
με τις σχολαστικές δαντέλες που δε συμβαδίζουν με το χρόνο –
κι αυτές οι στενόμακρες μωβ ή ροζ ομπρέλες,
σαν ωροδείχτες ενός μητροπολιτικού σταματημένου χρόνου,
σα λιγνά δάχτυλα δείχνοντας το ανέκκλητο που αρνούνται να το δούνε.


Κάθε άνοιξη τινάζεται μες απ’ τα ερείπια μια παράλογη βλάστηση
δίχως καθόλου μνήμη, όλο προπέτεια.
Εκεί ζευγαρώνουν άλλοι νέοι – κι αυτοί δίχως μνήμη,
(τη μνήμη των άλλων τι να την κάνουν; - άχρηστη –
άχρηστη ακόμα και στους ίδιους – μια μνήμη που ατόνησε
δίχως να γίνει πείρα και διαφοροποιημένη πράξη). Απλώς πορεύονται.
Κ’ οι γλάροι εκτείνονται σε ολόλευκες φάλαγγες ή σε μετέωρους κήπους
αθέατοι, σα ν’ αποδήμησαν σε άλλα κλίματα, σαν κλεμμένα αετώματα
από ναούς εαρινούς, και τώρα θ’ ανιούν σε ξένα μουσεία.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

η λύπη (ελαιογραφία)

Απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου
«οι γειτονιές του κόσμου»
Εικόνες δοσμένες από τον Ποιητή τη περίοδο 1949-1951
που όμως ξαναγίνονται σημερινές, μετά από 60 χρόνια…ειρήνης


Οι γειτονιές είναι λυπημένες.
Οι γειτονιές έχουν χώσει το πηγούνι τους στο κόρφο τους.
Δε μιλάνε οι γειτονιές. Το βράδυ σεργιανάει στους λασπωμένους δρόμους
έρημο, μ’ ένα παλιό, ξεκούρντιστο φεγγάρι στα χέρια του
σαν τον τυφλό διακονιάρη με τη φυσαρμόνικα. Παίζει ένα τυφλό τραγούδι.
Κανένα παράθυρο δεν ανοίγει. Ο εργάτης που γυρνάει στη φαμίλια του
δεν κοντοστέκει, δρασκελάει αργά το κατώφλι,
κοιτάζει χάμου. Τα παιδιά τον κοιτάζουν.
Η γυναίκα μπαλώνει μιά κάλτσα. Δεν τον κοιτάζει.
«Μήτε σήμερα», λέει σα νάχει φταίξει,
«δε βρήκα δουλειά μήτε σήμερα», λέει.
Και τα παιδιά δεν ξέρουν κι’ είναι λυπημένα,
κι η πιατοθήκη είναι λυπημένη,
σα μια μικρή σκάλα που δε βγάζει πουθενά,
και τα πήλινα πιάτα είναι λυπημένα
σα φεγγάρια που δεν έχουν τι να φωτίσουν,
και το ξύλινο αυγό του μανταρίσματος μέσα στη κάλτσα
είναι σα μιά γροθιά σφιγμένη,
είναι σα μιά γροθιά κρυμμένη σε μιάν άδεια τσέπη.
Οι γειτονιές δε μιλάνε.
Οι γειτονιές θυμώνουν.
Κρύβονται μες τον ίσκιο οι γειτονιές
και σφίγγουν τη γροθιά τους. Δε μιλάνε.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

μοναχικά περπατώντας (λαδοπαστέλ)



Το τραγούδι canzone arrabbiata (οργισμένο τραγούδι) των Nino Rota - Linas Wertmüller,
πρωτο-ακούστηκε στη ταινία της τελευταίας «μια ιστορία έρωτα και αναρχίας» του 1973, από την Anna Melato. Δική της είναι και η ερμηνεία στο video παρακάτω.











οργισμένο τραγούδι

Τραγουδώ για τους άτυχους
Τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ για την οργή μου απόψε
Εναντίον σου
Ενάντια σ’ αυτόν που έχει πλούτη και δεν ξέρει
Αυτόν που θα λερώσει την αλήθεια
Περπατάω και τραγουδώ
Για την οργή που μου βγαίνει.

Σκέφτομαι τόσους ανθρώπους στη σκιά
Στην μοναξιά της πόλης
Σκέφτομαι τις ψευδαισθήσεις της ανθρωπότητας.
Όλα τα λόγια που θα επαναλάβει

Τραγουδώ για τους άτυχους
Τραγουδώ για μένα
Τραγουδώ για την οργή μου απόψε
Εναντίον σου
Τραγουδώ για κείνο τον ήλιο που θα βγει, θα βασιλέψει, θα ξανανατείλει
Για τις ψευδαισθήσεις
Για την οργή που μου βγαίνει

απόδοση στα Ελληνικά Nameliart



video aps707

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

άνθρωποι στη θάλασσα (ελαιογραφία 80x40)

…και όμως…δραματικά επίκαιρο

Θα πνιγούμε «παίζοντας» στα ρηχά!!!
Κι’ ο λόγος,
δεν θα’ ναι που ξεμάθαμε να κολυμπάμε
αλλά κυρίως
που μάθαμε να «σκεφτόμαστε» έτσι
που να θεωρούμε ότι μια τέτοια γνώση μας είναι πλέον περιττή!


Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

ο φεγγίτης (ελαιογραφία 32x23)

Από τις «Μικρές Ιστορίες» του Τάσου Λειβαδίτη
Ο αθώος
Το σπίτι ήταν έρημο, το έβαφαν και μόλις είχαν φύγει οι ελαιοχρωματιστές, κάποιος καθόταν στο πάτωμα και μοίραζε αδιάκοπα τα χαρτιά, «με κλέβει» μου λέει, και μούδειξε αντίκρυ μες στη σκιά, πιο εκεί έστεκε η Μαρία φοβισμένη, «κι αυτό το σπλαχνικό φως που πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν είναι απόδειξη της μοιχείας;» φώναξε ο Ιωσήφ, καθώς αργότερα μπήκαμε στο μπαρ, άναβαν τα φώτα, πίσω απ’ το τζάμι καθόταν ο θλιμμένος μουσικός, «δεν ξέρω να παίζω, μου λέει, αλλά το κάνω γι’ αυτόν» και μούδειξε τον ετοιμοθάνατο, ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, ακουμπισμένοι στον τοίχο περιμέναμε τη σειρά μας κι όταν ύστερα μ’ άρπαξαν απ’ το γιακά και με πέταξαν στην πάροδο, «εγώ, τους λέω, δεν είμαι ικανός για έγκλημα, ορίστε η απόδειξη», τράβηξα το σεντόνι και τους έδειξα το σκοτεινό κυπαρίσσι,
«μ’ αυτό, τους λέω, έζησα-τι να τους κάνω τους άλλους».

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

η επιθυμία (λαδοπαστέλ 38x45)

Ποίημα του Pablo Neruda, σε μετάφραση του 1971
από την Αργεντινή φιλόλογο Πλατωνίστρια Χλόη Βαρέλα Docampo
και την ισπανόφωνη Άννα Βάλβη
Είσαι όλη από αφρό
Είσαι όλη από αφρούς λεπτούς ανάλαφρους
Και σε διαβαίνουν τα φιλιά και σε ποτίζουν οι μέρες
Η κίνησή μου, το άγχος μου κρέμουνται απ’ το βλέμμα σου.
Κούπα από αχούς και φυλακισμένα αστέρια.
Είμαι κουρασμένος... όλα τα φύλλα πέφτουν, πεθαίνουν.
Πέφτουν, πεθαίνουν τα πουλιά. Πέφτουν, πεθαίνουν οι ζωές.
Κουρασμένος, είμαι κουρασμένος. Έλα, πόθησέ με, δόνησέ με.
Ώ, φτωχή μου αυταπάτη, αναμμένη μου γιρλάντα!
Η αγωνία πέφτει, πεθαίνει. Πέφτει, πεθαίνει ο πόθος.
Πέφτουν, πεθαίνουν οι φλόγες στην ατέλειωτη νύχτα.

Καμίνι από φώτα, περιστέρι από ξανθή άργιλο,
απελευθέρωσέ με απ’ αυτή την νύχτα που μ’ ακολουθάει επίμονα
και μ’ εκμηδενίζει।

Βύθισέ με μεσ’ την φωληά του ίλιγγου και της θωπείας.
Πόθησέ με, κράτησέ με.
Η μέθη στην ανθισμένη σκιά των ματιών σου,
οι πτώσεις, οι θρίαμβοι, τα πηδήματα του πυρετού.
Αγάπε με, αγάπε με, αγάπε με.
Όρθιος σου το κραυγάζω! Θέλε με.
Σπάζω την φωνή μου φωνάζοντάς σε και κάνω κύκλους φωτιάς
Μεσ’ τη γεμάτη αστέρια και λαγωνικά νύχτα.
Σπάζω την φωνή μου και κραυγάζω. Γυναίκα αγάπα με, θέλε με.
Η φωνή μου καίει στους ανέμους, η φωνή μου πέφτει και πεθαίνει.

Κουρασμένος. Είμαι κατάκοπος. Φύγε. Απομακρύνσου. Σβύσου.
Μη φυλακίζεις το στέρφο κεφάλι μου μεσ’ τα χέρια σου.
Να μου διαβαίνουν στο μέτωπο τα μαστίγια του πάγου.
Να μαστιγώνεται η ανησυχία μου με τους ανέμους του Ατλαντικού.
Φύγε. Απομακρύνσου. Σβύσου Η ψυχή μου πρέπει να είναι μόνη.
Πρέπει να σταυρωθεί, να γίνει ψίχουλα, να στροβιλισθεί
ν' αναποδογυριστεί, να μολυνθεί μόνη,
ανοιχτή στην παλίρροια των θρήνων,
καθώς φλογίζεται στον κυκλώνα των ορμών,
ορθωμένη ανάμεσα στους λόφους και τα πουλιά,
να εκμηδενιστεί, να εξολοθρευτεί μοναχή εγκαταλειμμένη και απομόναχη
σαν ένας φάρος τρομάρας

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

η γλώσσα του σώματος (λαδοπαστέλ 38x45)

Εκεί περίμενες κι’ ούτε που σάλευες.
Ούτε την ώρα που σε πλησίασα
έκανες κάποια κίνηση έστω...
Με άδειο βλέμμα μόνο ανάδευες
το γύρω σύμπαν… κι’ εγώ στασίασα
όταν σου ψέλλισα άχρωμα «πες το».

Σχεδόν βρεχόσουνα μα δεν σε ένοιαζε…
άλλωστε ήταν σαν ν’ απουσίαζες
και η ομπρέλα σου σκοπό δεν είχε.
Πόση ώρα άραγε πάνω σου έσταζε
μα συ απέναντι κάπου εστίαζες
λες και το άπειρο τώρα προείχε.

Στεκόμουν δίπλα σου… δεν ξαναρώτησα
ποιο λόγο είχε αυτή η συνάντηση.
Ήτανε όμως σαν να μιλούσες
μ’ όλο το σώμα σου… κι’ εγώ σιώπησα…
Σάμπως τι νόημα θα’ χε μια απάντηση
λόγια ν’ αράδιαζε αν προσπαθούσες...

nameliart

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

hard reality game (λαδοπαστέλ 50x70)

Όταν η γυμνή γυναίκα έφτασε σ’ εκείνο το σημείο που ο ζωγράφος αποφασίζει «τελείωσα», ήρθε η ώρα του υπόβαθρου. Και τότε πρόσεξα τα χέρια της. Το αριστερό μισοτεντωμένο, αμήχανο, με τη παλάμη μουδιασμένα ανοιχτή, σαν σε ανέλπιδη προσμονή... και το δεξύ φερμένο μπροστά της, με τα δάχτυλα σαν να μετράνε...1, 2, 3... Όμως...σε τι φόντο μπαίνει μια γυμνή γυναίκα, που με τα δάχτυλα του ενός χεριού μετράει το κενό που συλλέγει στη παλάμη του άλλου; Και τότε, για μια ακόμη φορά, η σωτηρία ήρθε από το «αυτοσαρκάζεσθαι»... μόνο αυτό θα με γλύτωνε από την οδυνηρή βουτιά (και κυρίως την αναπαράστασή της) στα άπατα της ύπαρξης... εκεί που πάντα παραμονεύει εκείνο το ψυχοβόρο τέρας που μου κλείνει σαδιστικά το μάτι όποτε κοιτάζω προς το μέρος του...
Σαρκασμός του φύλου μου λοιπόν, μονοθεματικός ωστόσο, περί τα «ανάλαφρα» διατυπωμένος (τα σοβαρά δεν τα άγγιξα…άστα στους ποιητές αυτά… είπα) με συμμάχους τα παστέλ μου και τη παιχνιδιάρικη ρίμα, τα πρώτα με βαθειά χρώματα και η δεύτερη με ρηχά λόγια, να πλαισιώνουν «χαρωπά» το «κυρίως θέμα», με ένα πικρά...χαζοχαρούμενο τραγουδάκι σε ρυθμό ραπ... Σας τα παραδίδω, ζωγραφιά και τραγούδι, και εξαφανίζομαι για μερικές ημέρες... (...επαγγελματικές αποστολές...)


1, 2, 3, πάμε...Φόρμα, βαράκια, ζυγαριά και μια μεζούρα,
μας κάνουν τέσσερα και πάμε παρακάτω.
Γρήγορες δίαιτες στερήσεις και λιγούρα.
Πριν τις οκτώ το βραδινό, σε φρούτου πιάτο!

Σετ αντιγήρανσης, μάσκες, οροί, αμπούλες,
είναι συν τέσσερα κι’ είμαστ’ ακόμη πίσω.
Sticks ειδικά για μαύρους κύκλους και σακούλες,
πρώτης ανάγκης έτσι και το ξενυχτήσω.

Κόκκοι απολέπισης, κρέμες με καφεΐνη,
γάντια μασάζ, ζελέ, βαθιές ενυδατώσεις,
κερί αποτρίχωσης για πόδια και μπικίνι,
πλήρεις σειρές για στήθος μήπως και το σώσεις.

Βαφές μαλλιών, ρίμελ σκιές και τσιμπιδάκια.
Βεβαίως πούδρα, φον-ντε-τεν, ρουζ και κονσίλερ
κασετινούλες, σωληνάρια, βαζάκια
και τελειωμό δεν λέει να’ χει αυτό το θρίλερ.

Μικρή ανάσα, πάμε τώρα γι’ άλλη πίστα.
Internet, softwares, e-mail, blogs, Bill Gates,
mouse ασύρματο, NT, XP και VISTA.
Καριέρα, δράση, κινητό, hands-free, updates.

Αγχώθηκα! Πάμε στο επόμενο; Αλλάζω…
Πάμε σε χάπια, συμπληρώματα, ορμόνες
ό, τι θελήσεις σε καρτέλα και σε βάζο.
Ζήτω η Χημεία! Έχει λες κι’ άλλες οθόνες;

Μέρη να πάτε, συνταγές, προτάσεις, πλάνα.
Life and style, trendy look, κομψότης, κλάση!
Που είμαι; Κάηκα! Και ποιός κάνει τη Μάννα;
Α...ναι σωστα... ξανά εγώ… το’ χα ξεχάσει!

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

μια καλημέρα αλλιώτικη (λαδοπαστέλ 50x37)

Πριν ξημερώσει θα’ μαι μόνη μου το ξέρω
θα έχεις φύγει μες’ τη νύχτα όπως πάντα
μόλις απόψε είναι που’ γινα σαράντα
κι’ όλο πιο λίγα θα’ χω για να σου προσφέρω।


Δεν κάνω πια το κόπο να σε μεταπείσω
ούτε σαλεύω όταν να ντύνεσαι σ’ ακούω
πάει καιρός που τέτοιες τάσεις αποκρούω
και συ ακούραστα προσέχεις μη ξυπνήσω

Όχι.. δεν θέλω απολογισμούς να κάνω
όμως κουράστηκα μισή να έχω σχέση
εσύ τα πάντα βολικά έχεις χωρέσει
μα εγώ κομμάτια συνεχώς νοιώθω να χάνω.

Το πρώτο φως του ήλιου μόνη θα με λούσει
χρώμα και λάμψεις θα σκορπίσει στα σεντόνια
θα μου θυμίσει πως αυτό το κάνει χρόνια

μια καλημέρα όμως αλλιώτικη θ’ ακούσει
© nameliart

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

μάνα και κόρη (μολύβια 50x40)

Ένα πολύ αγαπημένο έργο των φοιτητικών μου χρόνων, εμπνευσμένο από την ταινία της Τώνιας Μαρκετάκη «Η τιμή της αγάπης», 1983, με υπέροχη μουσική από την Ελένη Καραΐνδρου. Πηγή έμπνευσης για την ίδια τη σκηνοθέτιδα υπήρξε το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «η τιμή και το χρήμα». Η μεταφορά στην οθόνη έδωσε ένα αριστούργημα, πανδαισία εικόνων και ήχων, που απέσπασε επτά κρατικά βραβεία (σεναρίου, σκηνοθεσίας, καλύτερης ταινίας, φωτογραφίας, μουσικής, α' γυναικείου ρόλου, μακιγιάζ, κοστουμιών) και το βραβείο καλύτερης μεσογειακής ταινίας (Χρυσή Ελιά) στο Φεστιβάλ της Μπαστιά, στην Κορσική. Η ταινία προβλήθηκε στα Φεστιβάλ του Μονάχου, του Λος Άντζελες και του Ρίο και καταχωρήθηκε στο "International Film Guide" ως μία από τις δέκα καλύτερες ελληνικές ταινίες μετά το 1960. Η υπόθεση διαδραματίζεται στη Κέρκυρα των αρχών του 20ου αιώνα. Απολαύστε ένα μικρό δείγμα στο video που ακολουθεί…



Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

περαστική (λαδοπαστέλ 50x70)

Είσαι περαστική. Είκοσι, κάπου εκεί
κι' ούτε που υποπτεύεσαι ακόμη
στη τόσο απατηλή αυτή διαδρομή
της νιότης σου, πού θα σε πάν’ οι δρόμοι.

Φορές σαν να γυρνάς τους γύρω να κοιτάς
με μιά αυτοπεποίθηση που τρέχει
πιο γρήγορα από σένανε κι’ έτσι τους προσπερνάς
με βήμα που στο φρένο δεν αντέχει.

Αρπάζεις συνταγές, περνάς σ’ εφαρμογές
και λες πως κάνεις τις επιλογές σου
κι’ όταν διαρρηγνύεται αυτό το «αρραγές»
ανάχωμα, μαζεύεις τις πληγές σου.

Κάπου σε συμπαθώ, μα πως να σου φερθώ
όταν της δήθεν σιγουριάς σου παίρνεις
το ύφος το αγέρωχο, μα πάλι προσπαθώ
να μη πειστείς πως δεν τα καταφέρνεις

Έως συγκινητική αυτή η πρακτική
που αντανακλά τις ανασφάλειές σου
κι όσο κι’ αν εκνευρίζομαι, λέω περαστικοί
υπήρξαμε κι’ εμείς απ’ τις τροχιές σου
© nameliart

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

εκείνες οι γυναίκες (λαδοπαστέλ 38x45)

Δεν σου χαρίστηκ’ η ζωή, την πήρες μόνη σου
μικρές πετρούλες που σοφά συναρμολόγησες
με τέχνη αρχέγονη μωσαϊκό τις έδεσες
κι’ εκεί σχεδίασες το στέρεο τιμόνι σου
με τί σπουδή τις αντοχές του υπολόγισες
και το κυβέρνησες πιστά, δεν το παρέδωσες.

Κι’ έτσι ταξίδεψες μες σε πελάγη άξενα
πήγες ανάποδα σε ποταμών τα ρεύματα
βγήκες σε άγρια νησιά και ξέρες άγονες
ήρθες απέναντι σε πλάσματα παράξενα
επικοινώνησες μαζί τους με τα νεύματα
και δεν ξοδεύτηκες σε λογικές παράγωνες.

Ταίριαξες μόνη σου στεριές και τις κατοίκησες
Πέτρα με πέτρα σαν παλιά τεχνίτρα δούλεψες
Πάνω στο έργο των χεριών σου ανορθώθηκες
Ανεμοθύελλες και μπόρες κατανίκησες
και σε φυλλώματα σωρούς αφού ψαχούλεψες

βρήκες δαφνόφυλλα και μόνη στεφανώθηκες।
© nameliart

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

τι να λέει ο χορός (λαδοπαστέλ40x30)

Θέλω να βγω από το σώμα μου
να ελευθερωθώ απ’ τα δεσμά του
να αισθανθώ πως ανεβαίνω σαν καπνός
σχεδόν διάφανο σαν την αχλύ το χρώμα μου
ν’ αποσπαστεί από τα υλικά του
ν’ αναλυθεί, να γίνει ένα με το φως.

Να αποδράσω απ’ τις αλήθειες μου
να αποκολληθώ απ’ τους ιστούς τους
να ξεχυθώ σαν χίμαιρα ορμητική.
Κι’ έχοντας αποβάλει τις περίσσειες μου
συνάφειες και τους προορισμούς τους

ν’ αγκαλιαστώ με μία αύρα κοσμική!
© nameliart

οι πτώσεις του χορού (λαδοπαστέλ 40x30)

Σε ξετρελαίνει, σε ξεσηκώνει,
φτερά σου βάζει, σ’ απογειώνει.
Ποιόν εννοώ; Μα το χορό!
Και σε μεθάει, σ’ αναστατώνει,
του παραδίνεσαι, σε κάνει σκόνη
και συ φωνάζεις: Υποχωρώ!

Ενέργεια βάζεις στην αφανίζει
Πάσα του δίνεις και στη γυρίζει,
πέφτεις στη δίνη άλλου χορού!
Ούτε μια παύση δεν σου χαρίζει
που παραπαίεις πανηγυρίζει
κι’ έχει το δίκιο του ισχυρού.

Δεν σε λυπάται, δεν σε αφήνει.
Να συνεχίζεις σε παροτρύνει.
Είν’ ανελέητος ο χορός!
Του λες κουρέλι πια έχω γίνει
ούτε ανάσα δεν μου’ χει μείνει,

μα πάλι μένεις˙ ως και νεκρός!
© nameliart

danza española (λαδοπαστέλ 30x40)

Φραγή στα τέλματα, φωτιά στα πέλματα,
με το τακούνι δυνατά σφυροκοπήματα.
Στήθη ορθώνονται, γάμπες πωρώνονται,
διασταυρώνονται σ’ ατίθασα πατήματα.

Πόθοι εκτρέφονται, ώμοι συστρέφονται,
λαιμός περήφανος, του κεφαλιού τινάγματα.
Αγκώνες σπάζονται, τροχιές χαράζονται
σε ξαφνικά των μπράτσων της πετάγματα.

Μετάξια πάλλονται, μηροί προβάλλονται,
δάχτυλα υφαίνουνε αόρατα λες νήματα.
Καημοί εκβάλλονται, λυγμοί που ψάλλονται,
γόνατα κάμπτονται με το παλμό στα βήματα.

Πρόσωπο αγέρωχο, προφίλ υπέροχο
και οι παλάμες ρυθμικά αλληλοκρούονται.
Άστρα το στέμμα της, βέλη απ’ το βλέμμα της

φόβους τρυπάνε και με πείσματα συγκρούονται
© nameliart

όταν χορεύαν' οι μεγάλοι (λάδι 30x40)

Έδειχναν όλοι ευτυχείς,
βλέμματα λιγωμένα, συνεπαρμένα
απ’ τη μαγεία της στιγμής.
Σαν να μη πάταγαν στη γη,
ρίχνονταν τα ζευγάρια πάνω στα χνάρια
που σκορπούσε η μουσική.
Κι’ ευχόμουνα να μεγαλώσω…

Ήταν σαν των περιοδικών
οι ντάμες, με διαθέσεις όλο υποσχέσεις
για τα μάτια των ανδρών.
Σε σφίξιμο οριακό
δοσμένη η αγκαλιά τους, κι’ είχαν φωλιά τους
έν’ αγκάλιασμα αντρικό.
Πώς ήθελα να μεγαλώσω…

Κι’ ένοιωθες πόσο λαχταρούν
οι άντρες να τις δούνε να αφεθούνε
να ριγήσουν, να χαρούν.
Τα βήματά τους, οι στροφές,
όλες τους οι κινήσεις ήταν προσκλήσεις
για του μύθου παρυφές.

Και βιάστηκα να μεγαλώσω…
© nameliart

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

οι φοβίες του βυθού (λαδοπαστέλ 35x50)

Πόσο το βάθος σε τρομάζει! Οι καταδύσεις
ρίγη σου προκαλούνε μόνο πανικού
κι’ ούτε που διανοείσαι λίγο να σκαλίσεις
τόσα ιζήματα και στρώσεις του βυθού.

Πώς η αθώα επιφάνεια σ’ ελκύει!
Δεν κρύβει εκπλήξεις, δεν ξυπνάει ενοχές.
Της σιγουριάς σου ταραχές δεν προμηνύει
ούτ' απειλεί τις εύθραυστές σου συνοχές.

Κάποια ξαφνιάσματα αναπάντεχα για σένα,
φορές ακούσια σε κάνουν να σκιρτάς
προς το βυθό στρέφεσαι τότε θυμωμένα

και στα ρηχά τις απαντήσεις σου ζητάς।

© nameliart


για ασφαλή ανάδυση (λαδοπαστέλ 33x48)

Έχει αγκάθια εκεί που πας
Να προσέχεις που πατάς
Να φοράς πάντα τη μάσκα
Μην αφήνεσαι πιο λάσκα.
Να πηγαίνεις συνετά
Ζύγωνε βαθμιδωτά
Έχε πάντοτε το νου σου
σ’ απλωτές του διπλανού σου.
Μη ξανοίγεσαι πολύ
ούτε να σ’ απασχολεί
τι θα γίνουνε οι άλλοι
Έχε φρόνιμο κεφάλι
Να’ χεις μάτια ανοιχτά
Να μιλάς προσεχτικά
Τα αυτιά σου τεντωμένα
και να σκέπτεσαι εσένα
Να στηρίζεσαι σ’ αυτούς
που νομίζεις δυνατούς
Ρήξεις μην υποκινείς,
πάντοτε να συναινείς.
Κριτικές μη σε πτοούν
και ας ματαιοπονούν
σαν κι’ εκείνους να σε κάνουν
που ψηλά ποτέ δεν φτάνουν.
© nameliart

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

φώτα και σκιές (λαδοπαστέλ 48x33)

Φύγανε όλοι;
Ή βγαίνουν τώρα;
Πώς είν’ οι ρόλοι
αυτή την ώρα;
Πόσοι θα παίξουν;
Και ποιός θ’ αρχίσει;
Ποιοί θα τ’ αντέξουν
σαν ξεκινήσει;
Ποιούς θα σκιάσουν;
Ποιόν θα φωτίσουν;
Πόσοι θα χάσουν;
Ποιοί θα κερδίσουν;
Μη κάποιος ξέρει
ποιοί είν’ οι ρόλοι
και ποιά τα μέρη;
Ή φύγαν' όλοι;


© nameliart

εξαγνισμός (λαδοπαστέλ 41x33)

Σε παραλία ερημική, μόνο οι γλάροι
αδιάφορα να προσπερνούν φτεροκοπώντας.
Τα κύματα ν' αναπαφλάζουν προσκαλώντας
και ο αργόσυρτος ρυθμός να με φιλτράρει.

Με βλέμμ' αχόρταγο ν’ απλώνω τη ματιά μου
και μόνο ορίζοντες να βρίσκω κι’ ακρογιάλια.
Χαρτάκια άγραφα να ρίχνω σε μπουκάλια
και στα βαθειά να στέλνω τα μηνύματά μου.

Θαλασσινή μια αύρα μόνο να μ’ αγγίζει
μ’ αργές γουλιές να καταπίνω τους ατμούς της
μέσα στις φλέβες μου ν’ ακούω τους παλμούς της
κι’ η κρύα ανάσα της πιστά να μ’ εξαγνίζει.


© nameliart

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

τι χρώμα έχει η νύχτα (λαδοπαστέλ 41x33)

Τι χρώμα έχ' η νύχτα; Μαύρο είπες;
Κι’ εκεί στα σύννεφα ψηλά τι βλέπεις;
Γάζα πολύχρωμη μιας τρυφερούλας σκέπης
με πέταλα υφασμένη από τουλίπες।


Τι χρώμα είν’ η νύχτα; Είπες γκρίζα;
Κι’ εκεί στης πόλης τις πτυχές τι είδες;
Τρέσες περίτεχνες μ’ αστραφτερές ψηφίδες.
Της Ίριδας σπορά π’ άπλωσε ρίζα.


Τι χρώμα έχ' η νύχτα; Σαν μελάνι;
Κι’ αυτό το φάσμα στον υγρό καθρέφτη;
Στίλβη τρεμάμενη και πλουμιστή που πέφτει
ταράζοντας το φιλικό λιμάνι.


Τι χρώμα είν’ η νύχτα; Λες δεν ξέρεις;
Μα στων ματιών σου αντανακλά τα βάθη.
Έχει τις ίδιες απειλές, τα ίδια πάθη.
Μα να το δεις πως θα τα καταφέρεις;

© nameliart

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

ποιός ζωγραφίζει (λαδοπαστέλ 50x70)

Αλλιώτικος αυτός ο ήλιος με ξαφνιάζει
Τόσο χρωματιστός, τόσο μεγάλος!
Και οι αχτίδες του βελόνες πυρωμένες
λες κι’ απ’ τις άλικές του φλόγες δουλεμένες.
Και με αυλάκια πορφυρά η πυκνή του άλως
πόσο σε ανοιχτή βεντάλια μοιάζει

Και τα νερά στ’ αναδυμά του πως ροδίζουν
καθώς λιμνάζουν ιλαρά, γαληνεμένα
και λάμψεις άσπρες μόνο τ’ αναδεύουν,
ενώ τα κίτρινα τα θαλασσιά μαγεύουν
και πράσινα γεννούν αλλοπαρμένα
έτσι όπως μπλέκονται μαζί τους κι’ ιριδίζουν.

Κι’ αυτά τα σκούρα μπλε που σκαρφαλώνουν
πάνω στων βράχων τη τραχιά συστάδα,
απ' τη ποδιά του κόλπου λες κινήσαν
λες την υγρή του αγκαλιά αφήσαν
τη στεριανή για να χαρούν λιακάδα

τους γήινους φωτισμούς καθώς κυκλώνουν


© nameliart

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

πόλη στα νερά (λαδοπαστέλ 50x50)

Κοίταξε πέρα δες εκεί
στις ώχρες, στα βερικοκί,
δίπλα στα μωβ, πάνω στα μπλε,
δες τις ανταύγειες του βιολέ

Και παιχνιδίσματα λευκά
στα σκούρα τα κοκκινωπά
και κοραλλάτες πινελιές
σε σμαραγδένιες αγκαλιές

Κοίτα τη πόλη στα νερά
τις στέγες, τα καμπαναριά
που' χουν ανάστροφη γραφή
και μιαν ανάγνωση κρυφή

Και σκέψου κόσμο φωτεινό
πάνω και κάτω ουρανό
τραγούδησέ τον, πες κι’ αλλού

λύσε τους κόμπους του μυαλού


© nameliart

αναχωρήσεις (λαδοπαστέλ 40x40)

Αφήνοντας μαύρο καπνό τα πλοία
χαιρέταγαν τον άνεμο, τα κύματα.
Αβέβαια στη προκυμαία, γελοία
παράπαιαν δυό μεθυσμένων βήματα


Ξημέρωνε. Ροδοκροκί σπαρμένα.
Γκρι φορτηγά, μαβί ωχρός ορίζοντας.
Στα μελανά νερά καθρεφτισμένα
τα χρώματα χορεύαν λαμπυρίζοντας


Τόσες φυγές με φόντο το λιμάνι
Άλλες με μπάρκο, στο μεθύσι οι άσωτες

και οι δικές μου με τρελό σεργιάνι
απ’ τις κορφές του νου μου τις αδάσωτες.

Όλες φυγές, κι’ ακόμα μιά. Της νύχτας
ψυχές π’ άφηνε πίσω της αλύτρωτες
και ξέφτια κάποιας μάταιης καληνύχτας

να τα σκορπούν ριπές αυγής ασύγχρωτες

© nameliart