Waves

Waves

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

το βλέμμα (παστέλ ξηρά & λαδιού)

Καρούζο
Εδώ που η θάλασσα γυαλίζει
και δυνατά φυσάει ο άνεμος
Πάνω σε μιά παλιά βεράντα
Μπροστά στο κόλπο του Σορρέντο
Ένας άντρας αγκαλιάζει ένα κορίτσι
Αφού πριν είχε κλάψει
Μα καθαρίζει τη φωνή του
Και ξαναπιάνει το τραγούδι:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πια μια αλυσίδα
Που λιώνει το αίμα μες τις φλέβες
ξέρεις...


Τα φώτα κοίταξε στη θάλασσα
Σκέφτηκε της Αμερικής τις νύχτες
Μα ήταν μοναχά τα πυροφάνια
Και τ’ άσπρα απόνερα μιάς έλικας
Αισθάνθηκε της μουσικής τον πόνο
Από το πιάνο του σηκώθηκε
Μα όταν είδε το φεγγάρι
Να ξεπροβάλει από’ να σύννεφο
Του φάνηκ’ ως κι’ ο θάνατος γλυκύτερος
Κοίταξε μες τα μάτια το κορίτσι
Κείνα τα μάτια πράσινα σαν θάλασσα
Μα ξάφνου κύλησ' ένα δάκρυ
Κι’ εκείνος ένοιωσε να πνίγεται.

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πια μια αλυσίδα
Που το αίμα λιώνει μες τις φλέβες...ξέρεις...

Ω δύναμη της όπερας
Όπου το κάθε δράμα είναι ψέμα
Όπου το λίγο μακιγιάζ κι’ η ηθοποιία
Μπορούν να σε μεταμορφώνουν σ’ άλλον
Μα όταν σε κοιτάζουν δύο μάτια
Τόσο κοντά σου τόσο αληθινά
Σε κάνουν να ξεχνάς τα λόγια σου
Κάνουν να σου μπερδεύονται οι σκέψεις

Έτσι τα πάντα γίναν μία στάλα
Ως και οι νύχτες τότε στην Αμέρικα
Γυρνάς μεμιάς και βλέπεις τη ζωή σου
Όπως τ’ απόνερα π’ αφήνει μία έλικα
Μα ναι, είν η ζωή που τελειώνει
Μα εκείνος δεν σκεφτόνταν άλλο τώρα
Αντίθετα αισθανόταν ευτυχία
Κι’ άρχισε το τραγούδι του ξανά:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ
Μα πολύ, πάρα πολύ - το ξέρεις;
Είναι πιά μια αλυσίδα
Που το αίμα λιώνει μες τις φλέβες
ξέρεις...

στίχοι μουσική, Lucio Dalla
τραγούδι, Lucio Dalla - Luciano Pavarotti
video TheTelevideo
απόδοση στα Ελληνικά, nameliart

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

οι προπομποί (ελαιογραφία)


Ὁ Ἐξάγγελος τῶν «Περσῶν»

Σάν ἒφτασε ὁ Ἐξάγγελος στα Σοῦσα
Μέ καταξεσκισμένο ἀντερί
Γιά ν’ ἀναγγείλει τό χαμό τῆς Σαλαμίνας…
Καί πῆρε ἡ σύναξη νά βογγᾶ.
Καί πέτρωσαν ὁλοσούσουμοι οἱ γέροι
Κι’ ἡ Ἂτοσσα ἀπόμεινε μπρός στήν πύλη
Σάν ἂγαλμα χρυσό…
Τότε, ἀπόναν μακρινό ἀμμοσωρό
Ἓνας καταμόναχος σκύλος
-Σάν πανάρχαιος δυσοίωνος χρησμός-
Ἓνωσε τό κλάμα του,
Μέ τόν ψυχοδαρμό τῶν γέρων…
Καί συνταράχθηκαν συθέμελα οἱ Ναοί
Καί τά χρυσά παλάτια τῆς Περσίας.

Καί τότε ἡ μεγάλη βασίλισσα,
Δείχνοντας τ’ ὀδυρόμενο σκυλί
«Νά σταματήσει!» πρόσταξε.
«Νά σταματήσει νά διηγᾶται ὁ Εξάγγελος
Καί νά κοποῦν οἱ ὀδυρμοί
Καί τό θρηνολόι τῶν γερόντων».

Τότε ἡ σύναξη σά μαύρη κιονοστοιχία
Πέτρωσε στόν τόπο της.
Καί μέ βλέμμα ἑτοιμόσβηστο:
«Τί δηλοῖ;» ρώτησαν. «Μεγαλοδόξαστη βασίλισσα!
Τί δηλοῖ αὐτή ἡ σιωπή;»

Κι’ ἡ Βασίλισσα
- Μαδώντας τήν πλουσιόκομη κεφαλή της -
«Ἀλλοί!... εἲπε. Ἀλλοί. Ἐγώ –
Τό πικρό τό ἂγγελμα τό ἒλαβα.
Σάν σταματήσει τό κλάμα τοῦ σκυλιοῦ
Θ’ ἀρχίσει ὁ θρῆνος τῆς Περσίας!»

Μενέλαος Λουντέμης
από το «Κονσέρτο γιά δύο μυδράλλια κι’ ἓνα ἀηδόνι»

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

κυνηγητό (ελαιογραφία)


Πολλές φορές όταν διαβάζω Γιάννη Ρίτσο αναρωτιέμαι:
Για το τότε και το πριν μιλούσε - ή για τα μελλούμενα;
Ένα ακόμη απόσπασμα από το βιβλίο του «οι γειτονιές του κόσμου» (1949-1951)


Δε θέλαμε να πεθάνουμε. Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.
Δεν ήταν εύκολο – μην πεις – δεν ήταν εύκολο.
Μιά ώρα μονάχα – μια στιγμή μονάχα ακόμα,
μ’ ένα φιλί – μ’ ένα δέντρο – ένα φιλί,
ένα άσπρο σεντόνι που μυρίζει σαπούνι,
το γυμνό σώμα της αγάπης,
το μεσημέρι με τα τζιτζίκια του στα γυμνά πόδια της αγάπης,
η μυρουδιά του πεύκου στα μαλλιά της αγάπης,
το μικρό περιστέρι της βραδιάς στη φούχτα της αγάπης,
η μεγάλη κραυγή στην κάμαρα την ώρα της αγάπης
και το μικρό αχ στο κουρασμένο στόμα της αγάπης,
ο ζεστός ύπνος στην ιδρωμένη μασκάλη της αγάπης,
και τ’ αστέρια και τα λουλούδια νυχοπατώντας γύρω στο κρεββάτι της αγάπης –
Δεν ήταν εύκολο – μην πεις – δεν ήταν εύκολο. –
Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.


Αφιερωμένο στην αυριανή επέτειο.
Σ’ αυτούς που αγνά αγωνίστηκαν και αγνοί παρέμειναν – δεν το εξαργύρωσαν.
Σ’ αυτούς που πάντα είναι έτοιμοι να μαχηθούν για να διεκδικήσουν
«ψωμί – παιδεία – ελευθερία» - γιατί,
μετά από 37 χρόνια, αυτό το σύνθημα φαίνεται να επιστρέφει στην επικαιρότητα …

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

πέτρα στο βάλτο (ελαιογραφία)

Απόσπασμα από το «Χρονικό» του Γιάννη Ρίτσου (Σάμος1957)


Κανένας δεν έμεινε να σπείρει ή να θερίσει – τι να θερίσει; Έτσι τα πιότερα κορίτσια
μείναν ανύπαντρα. Το νησί γέμισε
γεροντοκόρες, ζωντοχήρες, ξεπεσμένες αρχόντισσες˙
την Κυριακή φοράνε τα καλά τους, περιμένουν
κανένανε ναυαγισμένο αμερικανό, συνταξιούχο λαντζέρη,
περιμένουν αυτές και τα παλιά νυχτικά τους με τις ωχρές κορδέλες,
περιμένουν και τα φορέματά τους που δε φορέθηκαν στην ώρα τους περιμένοντας
μια καλύτερην ώρα – ποια ώρα;
(η καλύτερη ώρα του κάθε τι είναι η ώρα του – δεν έχει κι άλλη)
κ’ έμειναν στα σεντούκια για την προίκα, μαράθηκαν,
έγιναν λίγο – λίγο περιττά κ’ ύστερα τραγικά μες στην ανένδοτη αναμονή τους
κ’ ύστερα έτσι γελοία με τους απαρχαιωμένους φιόγκους τους,
με τις σχολαστικές δαντέλες που δε συμβαδίζουν με το χρόνο –
κι αυτές οι στενόμακρες μωβ ή ροζ ομπρέλες,
σαν ωροδείχτες ενός μητροπολιτικού σταματημένου χρόνου,
σα λιγνά δάχτυλα δείχνοντας το ανέκκλητο που αρνούνται να το δούνε.


Κάθε άνοιξη τινάζεται μες απ’ τα ερείπια μια παράλογη βλάστηση
δίχως καθόλου μνήμη, όλο προπέτεια.
Εκεί ζευγαρώνουν άλλοι νέοι – κι αυτοί δίχως μνήμη,
(τη μνήμη των άλλων τι να την κάνουν; - άχρηστη –
άχρηστη ακόμα και στους ίδιους – μια μνήμη που ατόνησε
δίχως να γίνει πείρα και διαφοροποιημένη πράξη). Απλώς πορεύονται.
Κ’ οι γλάροι εκτείνονται σε ολόλευκες φάλαγγες ή σε μετέωρους κήπους
αθέατοι, σα ν’ αποδήμησαν σε άλλα κλίματα, σαν κλεμμένα αετώματα
από ναούς εαρινούς, και τώρα θ’ ανιούν σε ξένα μουσεία.

Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

η λύπη (ελαιογραφία)

Απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου
«οι γειτονιές του κόσμου»
Εικόνες δοσμένες από τον Ποιητή τη περίοδο 1949-1951
που όμως ξαναγίνονται σημερινές, μετά από 60 χρόνια…ειρήνης


Οι γειτονιές είναι λυπημένες.
Οι γειτονιές έχουν χώσει το πηγούνι τους στο κόρφο τους.
Δε μιλάνε οι γειτονιές. Το βράδυ σεργιανάει στους λασπωμένους δρόμους
έρημο, μ’ ένα παλιό, ξεκούρντιστο φεγγάρι στα χέρια του
σαν τον τυφλό διακονιάρη με τη φυσαρμόνικα. Παίζει ένα τυφλό τραγούδι.
Κανένα παράθυρο δεν ανοίγει. Ο εργάτης που γυρνάει στη φαμίλια του
δεν κοντοστέκει, δρασκελάει αργά το κατώφλι,
κοιτάζει χάμου. Τα παιδιά τον κοιτάζουν.
Η γυναίκα μπαλώνει μιά κάλτσα. Δεν τον κοιτάζει.
«Μήτε σήμερα», λέει σα νάχει φταίξει,
«δε βρήκα δουλειά μήτε σήμερα», λέει.
Και τα παιδιά δεν ξέρουν κι’ είναι λυπημένα,
κι η πιατοθήκη είναι λυπημένη,
σα μια μικρή σκάλα που δε βγάζει πουθενά,
και τα πήλινα πιάτα είναι λυπημένα
σα φεγγάρια που δεν έχουν τι να φωτίσουν,
και το ξύλινο αυγό του μανταρίσματος μέσα στη κάλτσα
είναι σα μιά γροθιά σφιγμένη,
είναι σα μιά γροθιά κρυμμένη σε μιάν άδεια τσέπη.
Οι γειτονιές δε μιλάνε.
Οι γειτονιές θυμώνουν.
Κρύβονται μες τον ίσκιο οι γειτονιές
και σφίγγουν τη γροθιά τους. Δε μιλάνε.