Waves

Waves

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

το μωβ σύννεφο (παστέλ και λάδια)


Χιονίζει δίπλα μας, ίσως και μέσα μας, και μόνο στα καμπαναριά δεν φαίνεται να χιονίζει,
ούτε και στις ψηλές στέγες άλλωστε...
Η Πρωτοχρονιά ωστόσο δεν μπορεί να περιμένει, ούτε κι’ εμείς μπορούμε να την αναβάλουμε προσδοκώντας τις άσπρες μέρες...
Ας αποχαιρετήσουμε το σωτήριο (...κατ’ ευφημισμόν...) 2010 και ας υποδεχτούμε το 2011, ευχόμενοι εις εαυτούς - και αλλήλους:

Υγεία και δύναμη στη ψυχή και στο σώμα -
οξύτητα και διαύγεια πνεύματος!

Είθε ο ουρανός να παραμείνει στη θέση του:
σε ικανή απόσταση πάνω απ’ τα κεφάλια μας!

…και με φειδώ η κατανάλωση στο γιορτινό τραπέζι, γιατί εκτός από τις - γνωστές - άμεσες παρενέργειες, υπάρχουν και οι έμμεσες:


Bertolt Brecht από το θεατρικό έργο «Η απόφαση» σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη

Το τραγούδι του έμπορα

Ρύζι έχει κεί κάτω κοντά στο ποτάμι.
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι.
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ' ακριβήνει το ρύζι γι αυτούς εκεί πάνω.
Οι μαούνες του ρυζιού θα 'χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα 'ναι για μένα.
Τι είναι στ' αλήθεια το ρύζι;
Που να ξέρω το ρύζι τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα.
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν' αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μήν το πουλήσουμε.
Σαν θα 'ρθει το κρύο, θ' ακριβήνουν τα ρούχα.
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα.
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι.
Τι είναι στ' αλήθεια το μπαμπάκι;
Που να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι.
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει.
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους.
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ, αλλά
οι φαγάδες όλο και τ' ακριβαίνουν.
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι.
Τι είναι στ' αλήθεια ο άνθρωπος;
Που να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι!
Ποιός να το ξέρει τάχα;
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι.
Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

στο μάτι του κυκλώνα (παστέλ λαδιού 45x35)


Παραμονές Χριστουγέννων...
Και τώρα...
Θα πρέπει ν’ ανταλλάξουμε ευχές...
Λοιπόν...
Σε ένα σκηνικό επιθετικού ρεαλισμού
Ζητούνται ευχές ρομαντικές...
Σε ένα σύμπαν χυδαίου κυνισμού
Ζητούνται ευχές αβρές και μειλίχιες...
Σε ένα πολιτισμό ανθρωποθυσιών
Ζητούνται ευχές πανανθρώπινες....
Σε ένα κατακλυσμό δυσοίωνων προσμονών
Ζητούνται ευχές στεγανές κι’ ελπιδοφόρες...
Σε ένα τσουνάμι βαρβαρότητας
Ζητούνται ευχές ανθεκτικές...
Ευχές Ανθεκτικές..
Ανθεκτικές.

[[ Τα λαμπιόνια θα ανάψουν. Οι βιτρίνες θα στολιστούν. Αλλά τούτη τη φορά το έξω φως δεν υπάρχει χαραμάδα να μπει για να ξεγελάσει το μέσα μας. Όχι, φέτος δεν μπορούν να μας ξεγελάσουν. Γιατί φέτος τα Χριστούγεννα είναι τα «πιο αληθινά» της ζωής μας!
Κουβαλάνε το μήνυμα της «ανα-γέννησης» που μας στερούν,
που μας αξίζει,
που δε θα τους τη χαρίσουμε.
Θα τα γιορτάσουμε τα φετινά Χριστούγεννα.
Με την κατάνυξη και την ελπίδα που κυοφορεί ο στίχος του ποιητή:
«Αγιο μίσος / δόσμου το χέρι σου»! ]]

Το απόσπασμα στις αγκύλες είναι από κείμενο του Νίκου Μπογιόπουλου, δημοσιευμένο στη στήλη Ημεροδρόμος της εφημερίδας Ριζοσπάστης, 9/12/2010. Ο ποιητής στον οποίο αναφέρεται, είναι ο Τάσος Λειβαδίτης και ο στίχος είναι από το ποίημα «Μάχη στην άκρη της νύχτας».

Υ.Γ.
Οφείλω στον Νίκο Καββαδία μία – τουλάχιστον – αναφορά, γιατί δικούς του στίχους είχα στο νου μου όταν ζωγράφιζα αυτόν τον πίνακα:

μουσική & ερμηνεία Θάνος Μικρούτσικος
video από apalf451


Οφείλω σε όλους εσάς ένα εγκάρδιο «Καλά Χριστούγεννα»

Οφείλω στο Τάσο Λειβαδίτη ένα κλείσιμο με μερικούς ακόμα στίχους (αποσπασματικά) από τη «Μάχη στην άκρη της νύχτας»:

O κόσμος είναι για την ευτυχία.
........................................................
Τα πόδια τους σπασμένα
στριμένα τα χέρια τους
μα θέλουνε να φτάσουν
σέρνονται
το κορμί διπλώνεται
και ξεδιπλώνει 
σαν μια παλάμη που πότε ζητιανεύει
και πότε σφίγγει σε γροθιά.

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

η προπαγάνδα (παστέλ λαδιού)


Από τη συλλογή του Κώστα Βάρναλη
"λεύθερος Κόσμος "

Πρόλογος
Γράφε, στορία, τά ψέματά σου ράδα
καί βλόγα τό Φονιά, βρίζε τό Θύμα!
Κι ρετή, τν δρομάκων σουσουράδα,
τόν κάθε σωματέμπορά σου τίμα.

Καί σύ, Νόμε, τν νομων σπίδα,
σάν τή μαϊμού πό κλνο σ’ λλον πήδα
κι π’ τήν κορφή μέ τήν ορά κρεμάσου,
νά μή γλέπει Λαός τά πισινά σου.

Λεφτεριά τς χανάκας καί το ξύλου,
σφιχτόδενε τ’ ξύπνητο χαϊβάνι.
Καί σύ, ρηγάτο το Κενο, τ’ ψήλου
κάμνε τό σκλάβο ρήγα, μα πεθάνει!

Καί σύ, τσούλα τν δήμιων, πιστήμη,
τς λήθειας σχάτη τεφροδόχα,
καί σύ, πρόστυχη Πένα καί ψοφίμι,
το βούρκου λιβανίζετε τήν μπόχα!

Καί σύ, Πατριώτη γνέ, τη μάσκα φόρα
Κι π’ τ’ δέρφια σου, ραδαριά μπροστά σου,
διάλεγε, Γιούδα πάντοτες καί τώρα,
γιά τόν ξένο Μολώχ τά θύματά σου.

θάνατη καί θεία καί πεμπτουσία
το βούρκου, χαρε ! χαρε Προδοσία!...
Φς τό χέρι, τό πόδι, προχωρε
στόν κάμπο κι ,τι θέλει τό μπορε!...

Κατάγυμνη χορέβει (λα της φόρα!)
στόν τάφο σου, Πατρίδα! Φαλλοφόρα
τουρλώνεται κι ορλιάζ’: «Εναι δικός μου
φτός βορκος το λευθέρου Κόσμου».