Waves

Waves

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

πολυσύχναστη ερημιά (ελαιογραφία 45x38)



απόσπασμα από το διήγημα του Μιχάλη Γκανά
«Κυριακή βράδυ, δεν έχω πού να πάω» 

.............................

      Μπήκα στο πρώτο λεωφορείο και βρέθηκα στο κέντρο. Καθώς κατέβαινα, ακριβώς δίπλα έφευγε το τελευταίο λεωφορείο για τη Νέα Ιωνία, έτρεξα και το πρόλαβα χωρίς να σκεφτώ πώς θα γυρίσω από εκεί πέρα τέτοια ώρα.
      Δεν θα κατέβαινα στο τέρμα βέβαια, το είπα στον εισπράκτορα «Τρεις στάσεις πριν το τέρμα, παρακαλώ» όχι στο τέρμα, μένουν λίγοι πάντα στο τέλος και είναι πολύ κουρασμένοι, τα ισχνά φώτα τους δίνουν απόκοσμη όψη. Έρχεται μπροστά και ο εισπράκτορας, πιάνει συζήτηση με τον οδηγό για τα ρεπό και άλλα υπηρεσιακά, για τις αρρώστιες των παιδιών, γυναικολογικά κι’ επώδυνες επεμβάσεις, οι επιβάτες ακούν τα πάντα, θέλοντας και μη, φορτώνονται ξένες έγνοιες, γι’ αυτό δεν μιλάνε οι άνθρωποι στα λεωφορεία, στον ηλεκτρικό, στα ιατρεία, είναι σωτήριο.
      Βέβαια, αυτό δεν το καταλαβαίνουν όσοι ζουν ακόμη στα χωριά. Ήρθε ένας γέρος με τραγιάσκα τις προάλλες στον προθάλαμο του ιατρείου, ήμασταν καμιά δεκαριά και ξεφυλλίζαμε παλιά περιοδικά
      «Αυτά που λέτε…» πετάει σε μια στιγμή, κι όπως γυρίσαμε όλοι ξαφνιασμένοι «Τι» λέει, «μουγγοί θα κάτσουμε τόσοι νοματαίοι;». Η κόρη του, που τον είχε φέρει, ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί, εμείς χαμογελάσαμε κουνώντας διφορούμενα το κεφάλι.
      Μα τι να πούμε τώρα; Ακόμη και για τον καιρό να μιλήσουμε δεν θα συνεννοηθούμε. Εμείς, όταν λέμε «καλός καιρός» εννοούμε μόνο λιακάδες, υψηλές θερμοκρασίες, ακόμη και το χειμώνα, και καθόλου βροχή, γιατί λερώνει τ’ αυτοκίνητα, πλημμυρίζει τους δρόμους και τα υπόγεια, μας δυσκολεύει τη ζωή, ενώ αυτοί τη θέλουν τη βροχούλα τους, την αγαπάνε θα ’λεγα, γι’ αυτό κι’ έχουν ένα σωρό επίθετα ανάλογα με τη περίσταση, ψιχαλιστή, δαρτή, ποτιστική, σαν να ’ναι καμιά γυναίκα η βροχή, αλλά και πολλά ουσιαστικά όπως αγριοβροχή, αλλαξοβρόχι, ανεμοβροχή, απόβροχο, λιανοβρόχι, ψευτοβρόχι… Εμείς πάλι, βροχή, κωλοβροχή και τέρμα. Το θέλουν και το κρύο –κωλόκρυο, ψοφόκρυο εμείς- για να ψοφήσουν τα μικρόβια, θέλουν το χιόνι, τον αέρα, μόνο το χαλάζι νομίζω δεν το πάνε.
      Τι να τους πεις, τόσα χρόνια μετανάστες «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές» χαμπάρι δεν πήρανε.
.............................
Από το βιβλίο
γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες

Ο τίτλος του έργου είναι δανεισμένος
από το τραγούδι του Δήμου Μούτση (σε στίχους δικούς του) «γουόκμαν»

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

το ταξίδι (ακρυλικά 45x35)


Μα η αγάπη
θα ξαναζήσει πάλι με τον πόνο της
το γκρέμισμά της πάλι θ' αντικρίσει
θα δει να χάνονται όλα, κι όμως πάντα
με το σκοτάδι μπρος σκοτάδι πίσω της
πάντα και πάλι πάντα και ξανά
πάντα θα ζει και πάντα θά 'ναι αγάπη

από το ποίημα του Νίκου Γκάτσου
Οι χρησμοί της Σίβυλλας
(συλλογή «Τα παράλογα»)

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

χλωμά φώτα (ελαιογραφία 30x40)

απόσπασμα από το ποίημα του Νίκου Γκάτσου
Η παγωμένη θεατρίνα
(από την ομώνυμη συλλογή)

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.
…………………………….

απόσπασμα από τη ταινία του Κώστα Φέρρη «Ρεμπέτικο»
Στίχοι Νίκος Γκάτσος, σύνθεση – ερμηνεία Σταύρος Ξαρχάκος

                                   video nightdreamer2981

ένα πρώτο αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

περισυλλογή (ελαιογραφία 40x30)


Bertolt Brecht από τη συλλογή «ΕΞΟΡΙΑ: ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ (1933-1941)»
σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη

ἐρωτήσεις κι ἀποκρίσεις

«Μπορεῖ ἡ ἀλήθεια νἆν’ θνητή, το ψέμα ἀθάνατο;»
«Ἔτσι δείχνουν ὅλα».

«Ποῦ εἶδες, ἡ ἀδικία νά μή ξεμασκαρεύεται χρόνους καί καιρούς;»
«Ἐδῶ».

«Μά ξέρεις κάποιον πού ἡ βία νά τοῦ ‘χει φέρει τύχη;»
«Καί ποιός δέν ξέρει;»

«Τότε ποιός μπορεῖ, σ’ ἓναν τέτοιο κόσμο, νά τσακίσει τόν τύραννο;»
«Ἐσύ».

 
στίχοι Bertolt Brecht από την  ΕΞΟΡΙΑ: ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ (1933-1941)
μουσική Θάνος Μικρούτσικος
ερμηνεία Γιάννης Κούτρας - Θάνος Μικρούτσικος
video από AFROCE

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

έρωτας (υδατογραφία 30x40)


Σε παλιό στύλ

Οἱ ἐραστές εἶναι ἀκριβά, ἔνδοξα κύπελλα, ὅπου ὁ ἕνας πίνει τον ἂλλον.
Το πρωί πηγαίνουν σε ὁλοπόρφυρους, βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια κι ἀπό θρύλους πιο βαθειά.
Κι ἂν καμμιά φορά τους δεῖς να παραπατᾶνε
ἢ να παίρνουν μονοπάτια ἂγνωστα και μυθικά – μην ξαφνιαστεῖς,
γιατί οἱ ἐραστές εἶναι τυφλοί, με τα ὠχρά τους βλέφαρα κλειστά
ὁ ἕνας ἀπ’ τη λάμψη τοῦ ἂλλου. Οἱ ἐραστές δε βλέπουν, μόνο ἀγγίζονται,
μα οἱ ρόγες των δαχτύλων τους ε ἶναι τα ἴδια τα πελώρια,
τα πάντα ἔκπληκτα, μάτια του Θεοῦ.

Τάσος Λειβαδίτης [Ποιήματα (1958 - 1964)]

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

μετά τη βροχή (ελαιογραφία 38x32)


Συναντήσεις

Συνάντησα τον Χριστόφορο Κολόμβο ένα βράδι που γύριζα μεθυσμένος στους δρόμους της γρηάς Ευρώπης.
- Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; ρώτησα. Μα εκείνος, δίχως ν’ απαντήσει, δρασκέλισε το κατώφλι του μπαρ και τράβηξε για τον Ωκεανό.
Ύστερα, τις βρώμικες νικημένες νύχτες του 1950, καθώς έπινα φτηνό κονιάκ, μπήκε κουρασμένος ένας παλιός σύντροφος, ρακένδυτος και συφοριασμένος.
- Χριστόφορε, γιατί έτσι λυπημένος; Ξαναφώναξα. Μα εκείνος πάλι δεν απάντησε. Άδειασε μονορούφι το ποτήρι του και χάθηκε μες στο σκοτάδι.

Η ίδια σκηνή, μετά από χρόνια και χρόνια, μ’ άλλα πρόσωπα, σ’ ένα άλλο μπαρ. Μονάχα το όνομα ήταν το ίδιο. Κι η απελπισία η ίδια.

Κι ο Ωκεανός πέρα – ο ίδιος.

Τάσος Λειβαδίτης [Ποιήματα (1958 - 1964)]