Waves

Waves

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

και τώρα...τι κάνουμε; (σκίτσο με μολύβι)



Τελικά, όσο ψάχνει κανείς, τόσο βρίσκει. Και οι αποθηκευτικοί χώροι του πατρικού σπιτιού είναι κατά κανόνα ιδεώδεις για μια τέτοια δραστηριότητα. Ίσως γιατί μου άρεσε το συναίσθημα από την ανακάλυψη της προηγούμενης σύνθεσης, ίσως γιατί πολλές φορές προσπαθώ να ξαναζωγραφίσω με τον αυθορμητισμό που ζωγράφιζα μικρή (χωρίς όμως να τα καταφέρνω), άρχισα μια εκστρατεία αναζήτησης των παλιών μπλοκ ζωγραφικής μου. Και, ω του θαύματος, τα βρήκα! Στο πατρικό σπίτι φυσικά... Ξεκινάω λοιπόν μια ετικέτα με τίτλο "τα εφηβικά", όπου σκοπεύω να τιμήσω τα τόσο παραμελημένα και αδικημένα (από εμένα την ίδια) έργα της εφηβείας μου. Ας πούμε ότι είναι κάτι σαν διάλειμμα, μέχρι να βρω τη διάθεση να ξαναστήσω καβαλέτο...

Αυτό είναι ένα σκίτσο φτιαγμένο στις παρυφές της εφηβείας (στα 18). Κατά πάσα πιθανότητα, θα είχα υποχρεώσει κάποια ταλαίπωρη φίλη να μείνει ακίνητη σ' αυτή τη στάση για κάμποση ώρα... Αυτή τη στιγμή μου είναι αδύνατο θα θυμηθώ που οφειλόταν η έμπνευση μιας τέτοιας πόζας, που υποδηλώνει, ας πούμε, απελπισία ή μπλοκάρισμα μπρος σ' ένα αδιέξοδο, ή κάτι του τύπου "πάει να σπάσει το κεφάλι μου"...

Σήμερα βέβαια θα μπορούσα να βρω πολλές αφορμές για μια τέτοια έμπνευση... Το συνδέω λοιπόν με επίκαιρα βιώματα, συνοδεύοντάς το με ένα τραγούδι των King Crimson που αγαπούσα πολύ εκείνη την εποχή και που εξακολουθώ να αγαπώ: "confusion will be my epitaph"...


 
The fate of all mankind I see
Is in the hands of fools

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

σύγκλιση (ακρυλικά, 300x100 - σε 3 μέρη)



 
Οι τρεις εικόνες αποτελούν τμήματα του ίδιου έργου,
με διάταξη από τ' αριστερά προς τα δεξιά.
 
****************************
Μία φορά στις τόσες αποφασίζω να τακτοποιήσω το γραφείο μου. Μια τέτοια φορά ήταν και το απόγευμα της Παρασκευής, όπου ανάμεσα σε διάφορα ατάκτως ερριμένα ανακάλυψα και ένα μεγάλο χαρτόνι τυλιγμένο σε ρολό. Επειδή κάτι μου θύμισε, το ξετύλιξα ανυπόμονα και διαπίστωσα ότι, όπως υποπτευόμουν,  ήταν ένα έργο διαστάσεων περίπου 3x1 (σε μέτρα),  ζωγραφισμένο στις αρχές του 2006. Το σημαντικό μ’ αυτό το έργο, είναι ότι αποτελεί προϊόν της συνεργασίας τριών ανθρώπων οι οποίοι ζωγράφιζαν ταυτόχρονα, έχοντας αρχικά αναλάβει ένα τμήμα ο καθένας και στη συνέχεια κάνοντας μικροπαρεμβάσεις σε όλη την έκτασή του, επεμβαίνοντας και στις περιοχές που είχαν ήδη ζωγραφιστεί, είτε από τους ίδιους, είτε από τους άλλους δύο. Αν θυμάμαι καλά, το δικό μου (αρχικό) τμήμα ήταν το αριστερότερο, το  πρώτο  δηλαδή που εμφανίζεται στην ανάρτηση. Μετά από σχεδόν επτά χρόνια που είχα να το δω, μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα, όχι τόσο γιατί εμφανίστηκε μπροστά μου μια  ωραία σύνθεση φορμών και χρωμάτων, όσο  γιατί το όλο αποτέλεσμα έβγαζε μια πολύ αρμονική σύγκλιση τριών δημιουργών, με αρκετά διαφορετικές προσωπικές τεχνοτροπίες.
 
Το αφιερώνω στη Σοφία και τον Μάνο (καλή τους ώρα όπου κι αν βρίσκονται)
αλλά και σ’ εσάς
συντροφευμένο με τη φωνή του John lenon στο stand by me.
 


When the night has come
And the land is dark
And the moon is the only light we'll see
No I won't be afraid, no I won't be afraid
Just as long as you stand, stand by me

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Οι κλοσάρ δεν είναι πια αγράμματοι (φωτογραφία)

Η φωτογραφία είναι βγαλμένη το Μάρτιο του 2010 σε πολύ κεντρικό σημείο του Παρισιού (Boulevard Saint Michel).
Ο συμπαθής clochard έχει μπροστά του το τυπικό τενεκεδάκι για το «ό,τι προαιρείστε»,
συνοδευόμενο από την (επίσης τυπική) ταμπέλα «JAI FAIM, Merci» (= πεινάω, ευχαριστώ),
ενώ ταυτόχρονα διαβάζει πολύ αφοσιωμένος την εφημερίδα της ημέρας,
με τίτλο «Le Retour des milliardaires» (= η επιστροφή των δισεκατομμυριούχων!)...
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



...Και ενώ οι μικρομεσαίες κοινωνικές τάξεις (συνταξιούχοι, υπάλληλοι δημόσιοι και ιδιωτικοί, υπάλληλοι δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ενιαία και ειδικά μισθολόγια, αυτοαπασχολούμενοι με «μπλοκάκι», κλειστά και ανοιχτά επαγγέλματα, μικροκαταστηματάρχες και μικροβιοτέχνες, μικροαγρότες και μικροκτηνοτρόφοι) στο όνομα του (τροφοδοτούμενου ανελλιπώς και με θαυμαστό ζήλο από τα ΜΜΕ) «κοινωνικού αυτοματισμού» αναλώνονται στο να σκιαμαχούν μεταξύ τους σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (ανά 2, ανά 3, μία κατηγορία εναντίον όλων των άλλων, όλες οι κατηγορίες εναντίον της κάθε μίας ξεχωριστά, καθένας από μία κατηγορία εναντίον όλων των υπολοίπων της ιδίας κατηγορίας, κλπ, κλπ), κάποιοι τρίβουν ευχαριστημένοι τα χέρια τους (βλέπε τίτλο εφημερίδας που διαβάζει ο άστεγος της φωτό), εφόσον η διαδικασία υπαγωγής  όλων των προαναφερθέντων σε μία ισοπεδωμένη κοινωνική τάξη (βλέπε τον ίδιο τον άστεγο της φωτό) γίνεται έτσι δραματικά ευκολότερη…
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί «Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου»
..........................................................
........…. Στη γωνία της οδού Γκρενέλ(1) με την οδό Μπακ, ατάραχος ένοικος των φθαρμένων χαρτόκουτών του, ο Σεζέν με παρατηρεί καθώς πλησιάζω, όπως η μυγαλή τη λεία της.
  Ε, θεία-Μισέλ(2), τι έγινε, έχασες τον γάτο σου; Μου πετάει γελώντας.
    Να τουλάχιστον κάτι που δεν αλλάζει. Ο Σεζέν είναι ένας κλοσάρ, που χρόνια ολόκληρα περνάει τον χειμώνα εδώ, σε τούτα τα άθλια χαρτόκουτα, τυλιγμένος με μια τριμμένη ρεντιγκότα, η οποία θυμίζει Ρώσο έμπορο του 1900 και φέρει, όπως και αυτός που τη φοράει, εντυπωσιακά τα σημάδια του χρόνου πάνω της.
  Πρέπει να πάτε στον ξενώνα, του λέω ως συνήθως, θα κάνει κρύο απόψε.
  Αχ, αχ, κράζει, στον ξενώνα, πολύ θα ήθελα να σας έβλεπα εκεί. Εδώ είναι καλύτερα.
    Συνεχίζω τον δρόμο μου, μα κυριευμένη από τύψεις, γυρίζω πίσω.
  Ήθελα να σας το πω... Ο κύριος Αρτέν(3) πέθανε απόψε.
  Ο κριτικός; Με ρωτάει ο Σεζέν, με το βλέμμα του να ζωντανεύει άξαφνα, ανασηκώνοντας τη μουσούδα του σαν κυνηγόσκυλο που μυρίζει πέρδικα.
  Ναι, ναι, ο κριτικός. Η καρδιά του μια κι έξω τον παράτησε.
  Αχ, τον καημένο, τον καημένο, επαναλαμβάνει ο Σεζέν, εμφανώς συγκινημένος.
  Τον γνωρίζατε; ρωτάω για να πω κάτι.
  Αχ, τον καημένο, τον καημένο, επαναλαμβάνει ο άστεγος, οι καλύτεροι φεύγουν πάντα πρώτοι!
  Πέρασε ωραία ζωή, διακινδυνεύω να πω, έκπληκτη από τη τροπή που παίρνουν τα πράγματα.
  Θεία-Μισέλ, μου απαντάει ο Σεζέν, δεν υπάρχουν πια τέτοιες μορφές. Αχ, τον καημένο, συνεχίζει, θα μου λείψει ο τύπος.
  Σας έδινε κάτι; ένα ποσό για τα Χριστούγεννα μήπως;
    Ο Σεζέν με κοιτάει, ρουφάει τη μύτη του, φτύνει μπροστά του.
  Τίποτα, δέκα χρόνια ούτε δεκάρα τσακιστή, τι νομίζετε; Α, δεν έχω λόγια, φοβερή φυσιογνωμία. Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άνθρωποι, όχι, όχι, δεν υπάρχουν.
    Αυτή η κουβεντούλα με αναστατώνει, κι ενώ πηγαινοέρχομαι στους στενούς δρόμους της αγοράς, ο Σεζέν στοιχειώνει τις σκέψεις μου. Ποτέ μου δεν πίστωσα τους φτωχούς με μεγαλείο ψυχής, με πρόσχημα το ότι είναι φτωχοί εξαιτίας των αδικιών της ζωής. Τους θεωρούσα όμως τουλάχιστον ενωμένους στο μίσος για τους μεγαλοαστούς. Ο Σεζέν με βγάζει από τη πλάνη μου και μου μαθαίνει το εξής: αν υπάρχει κάτι που απεχθάνονται οι φτωχοί, είναι οι άλλοι φτωχοί.

 
(1) δρόμος σε αριστοκρατική συνοικία του Παρισιού
(2) θυρωρός πολυτελούς συγκροτήματος κατοικιών στην εν λόγω συνοικία
(3) κριτικός γαστρονομίας, πάμπλουτος και υπερόπτης, κάτοικος του παραπάνω συγκροτήματος